Ορθόδοξη Εκκλησία


Ορθόδοξη Εκκλησία
Ονομασία με την οποία χαρακτηρίζονται οι ανατολικές χριστιανικές κοινότητες, που ύστερα από μακρές αντιθέσεις, χωρίστηκαν από τη Ρώμη μετά το σχίσμα (11ος αι.), προπάντων γιατί ήταν αντίθετες στο θέμα του πρωτείου του πάπα σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία εμφανίζεται σήμερα ως μια ομοσπονδία ανεξάρτητων και αυτοκέφαλων εθνικών κοινοτήτων, που διοικούνται κατά συλλογικό τρόπο από συνόδους και ασκούν τη δικαιοδοσία τους μόνο στους δικούς τους πιστούς. Οι ορθόδοξοι διαιρούνται από εθνική άποψη σε τρεις κύριες ομάδες: τους Έλληνες, τους χριστιανούς των αραβικών χωρών ή Μελχίτες, και τους Σλάβους, και αποτελούν τις ακόλουθες Εκκλησίες: το οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με δικαιοδοσία επί της Τουρκίας, της Δωδεκανήσου, της Κρήτης και της Διασποράς (περίπου 1.800.000 πιστοί), την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας (10.000.000), την αρχιεπισκοπή Κύπρου (600.000), τα πατριαρχεία Αλεξάνδρειας, Αντιοχείας, Ιερουσαλήμ και Σινά (600.000), το πατριαρχείο Μόσχας (100.000.000), τις ορθόδοξες Εκκλησίες της Πολωνίας, της πρώην Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της πρώην Τσεχοσλοβακίας, της Ρουμανίας, της Ουγγαρίας, της Αλβανίας, της Φιλανδίας και της Γεωργίας (30.000.000) και τις ορθόδοξες κοινότητες της Αμερικής, της Ευρώπης και άλλων χωρών (4.500.000). Από θεολογική και δογματική άποψη, η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την εγκυρότητα και πρεσβεύει τις δογματικές αποφάσεις που πάρθηκαν στις πρώτες επτά οικουμενικές συνόδους: η τελευταία, την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει, είναι η B’ Σύνοδος της Νίκαιας (787). Δεν υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία ιδιαίτερο αυθεντικό κείμενο που να περιλαμβάνει ένα λεπτομερώς επεξεργασμένο δογματικό σύστημα το οποίο μπορεί να συγκριθεί με τα συμβολικά βιβλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (αποφάσεις της εν Τριδέντω Συνόδου). Η Αγία Γραφή, μαζί με την Ιερή Παράδοση, αποτελεί την κύρια αυθεντία, και μεγάλη έμφαση δίνεται στα κείμενα των πρώτων πατέρων της Εκκλησίας, που θεωρούνται αυθεντίες στην ερμηνεία της πίστης. Δεν υπάρχει γενικό διοικητικό κέντρο όλων των Ορθόδοξων Εκκλησιών, όπως συμβαίνει με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, οι Ορθόδοξες όμως Εκκλησίες βρίσκονται σε επικοινωνία μεταξύ τους και θεωρούνται κλάδοι του ίδιου πνευματικού οργανισμού. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως φέρει τον τίτλο Οικουμενικός από την εποχή που η Κωνσταντινούπολη ήταν «οικουμενική πόλις», πρωτεύουσα δηλαδή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά ο τίτλος δεν υποδηλώνει καμιά παγκόσμια δικαιοδοσία. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, έχει απλώς το προβάδισμα τιμής και είναι ο πρώτος επίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά η δικαιοδοσία του δεν εκτείνεται πέρα από τα όρια της περιοχής του. Ακολουθώντας την παράδοση, οι ορθόδοξοι δεν αναγνωρίζουν το πρωτείο και το δόγμα για το αλάθητο του πάπα. Αντίθετα από τους καθολικούς, πρεσβεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνον από τον Πατέρα και όχι από τον Πατέρα και τον Υιό (θέμα του Filioque), αρνούνται την ύπαρξη του καθαρτήριου και την εγκυρότητα των αφέσεων και διδάσκουν ότι η αιώνια αμοιβή και τιμωρία των ψυχών θα γίνει μόνο μετά την τελική κρίση. Τέλος, δεν αναγνωρίζουν το δόγμα της Άσπιλης Σύλληψης της Παναγίας. Στο θέμα της θείας Ευχαριστίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιεί ένζυμον άρτον και οίνον, ενώ η Δυτική χρησιμοποιεί άζυμον άρτον. Και ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία μεταδίδει τη θεία Ευχαριστία με άρτον και οίνoν, η Δυτική τη μεταδίδει μόνον με άρτον (όστια) και μόνο οι κληρικοί κοινωνούν και με oίνoν. Όσον αφορά τα άλλα μυστήρια, οι διαφορές με τη Δυτική Εκκλησία είναι μάλλον δευτερεύουσες, με μερικές εξαιρέσεις. Έτσι για παράδειγμα οι ορθόδοξοι δεν θεωρούν, όπως οι καθολικοί, τον γάμο γενικά αδιάλυτο, αλλά παραδέχονται το διαζύγιο στην περίπτωση μοιχείας και επιτρέπουν τον γάμο στους ιερείς πριν από τη χειροτονία· απαγορεύεται όμως σε αυτούς ο δεύτερος γάμος. Για τους επισκόπους απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αγαμία. Οι θρησκευτικές λειτουργίες, που γίνονται στις αντίστοιχες εθνικές γλώσσες με μεγάλη λαμπρότητα, χαρακτηρίζονται από ζωηρή και έντονη συμμετοχή των πιστών. Οι προσευχές είναι «συλλογικές και η εκκλησιαστική χορωδία έχει μεγάλη ανάπτυξη. Η αγιογραφία καλλιεργήθηκε κυρίως υπό τη μορφή των αγίων εικόνων, που παριστάνουν τον Ιησού, την Παναγία και τους Άγιους. Από την εποχή του οριστικού σχήματος, οι σχέσεις μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Δυτικής ήταν, αν όχι εχθρικές, τουλάχιστον ψυχρές. Με τη B’ Σύνοδο του Βατικανού όμως άνοιξε ένας αδελφικός διάλογος μεταξύ της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας, ιδιαίτερα με συναντήσεις μεταξύ των παπών (αρχικά του Ιωάννη ΚΓ’ και έπειτα του Παύλου ΣΤ’) και των πατριαρχών ορισμένων Ορθόδοξων Εκκλησιών άρθηκε. Σήμερα είναι δυνατόν οι καθολικοί να δέχονται την Αγία Κοινωνία σε ορθόδοξες εκκλησίες, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα να μεταλάβουν στη δική τους εκκλησία και αντίστροφα. Ο διάλογος αυτός συνεχίζεται με τελικό σκοπό την επίτευξη ένωσης των δύο Εκκλησιών. Το επίθετο «ορθόδοξη» πήρε η Ανατολική Εκκλησία γιατί υποστηρίζει ότι διατηρεί την ορθή πίστη της αρχαίας Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε και ερμηνεύτηκε, από τις επτά οικουμενικές συνόδους, πριν από την τελική ρήξη των χριστιανών Ανατολής και Δύσης. Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία δίνει ιδιαίτερη σημασία στο τυπικό των ιερών ακολουθιών. Το τυπικό αυτό, που συνδιάζει τον μυστικισμό με τη μεγαλοπρέπεια, το διατηρούν οι ορθόδοξοι όλων των εθνικοτήτων. Στη φωτογραφία, λειτουργία στο ναό της Αγίας Τριάδας, στο Ζογκόρσκ, κοντά στη Μόσχα. Η Παναγία κυριαρχεί στην ορθόδοξη αγιογραφία. Εδώ, ψηφιδωτό της Παναγίας, εξαίρετο έργο του 11ου αιώνα, στο μοναστήρι του Όσιου Λουκά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αλβανίας, Ορθόδοξη Εκκλησία — Ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη το 1937 με την έκδοση σχετικού πατριαρχικού και συνοδικού τόμου του οικουμενικού πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Αφού δέχτηκε διωγμούς και διώξεις από το κομουνιστικό καθεστώς της χώρας, μέχρι την πλήρη εξάρθρωσή της,… …   Dictionary of Greek

  • εκκλησία — η церковь – 1) совокупность ангелов и людей под единой главой – Христом. Общество людей, веровавших и верующих во Христа, когда бы они ни жили и где бы они ни находились. В этом смысле церковью именуется общество святых, а также всех православных …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εκκλησία — εκκλησία, η και εκκλησιά, η 1. το σύνολο των χριστιανών, ο χριστιανισμός, η χριστιανοσύνη. 2. το σύνολο των θρησκευτικών λειτουργών και ιδρυμάτων μιας χώρας, που υπάγονται σε αυτοκέφαλη ορθόδοξη εκκλησιαστική εξουσία: Η Εκκλησία της Κύπρου. 3. το …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εκκλησία — Η αρχική σημασία της λέξης ήταν συνάθροιση του λαού, σύναξη. Ο χριστιανισμός έδωσε στον όρο ειδική σημασία, ώστε ε. να ονομάζεται πλέον το σύνολο των χριστιανών και κατ’ επέκταση οι χριστιανοί που ανήκουν πολιτικά σε ένα κράτος (π.χ. Ε. της… …   Dictionary of Greek

  • Κρήτης, Εκκλησία — Ημιαυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Απαρτίζεται από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης και τις ιερές μητροπόλεις Γορτύνης και Αρκαδίας, Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Κυδωνίας και… …   Dictionary of Greek

  • Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία — (ή απλώς Καθολική ή Δυτική). Η χριστιανική Εκκλησία που υπάγεται στον πάπα της Ρώμης. Στην Ελλάδα παλιότερα χρησιμοποιούνταν ο όρος Δυτική ή Παπική Εκκλησία· ο όρος Δυτική όμως δεν είναι ορθός, γιατί στη Δύση υπάρχουν και άλλες Εκκλησίες, όπως οι …   Dictionary of Greek

  • συνοδός — Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται στην εκκλησιαστική γλώσσα μία τακτική ή έκτακτη συνέλευση των εκκλησιαστικών ηγετών για την εξέταση δογματικών ή εκκλησιαστικών ζητημάτων. Ο θεσμός της Σ. οφείλεται κυρίως στην εμφάνιση των πρώτων αιρέσεων στη… …   Dictionary of Greek

  • σύνοδος — Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται στην εκκλησιαστική γλώσσα μία τακτική ή έκτακτη συνέλευση των εκκλησιαστικών ηγετών για την εξέταση δογματικών ή εκκλησιαστικών ζητημάτων. Ο θεσμός της Σ. οφείλεται κυρίως στην εμφάνιση των πρώτων αιρέσεων στη… …   Dictionary of Greek

  • λέων — I Όνομα λογίων της βυζαντινής περιόδου. 1. Λόγιος και κληρικός (9ος αι.). Σοφός δάσκαλος με ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση και σκέψη, άκμασε την εποχή κατά την οποία στο Βυζάντιο σημειώθηκε μια αξιόλογη πνευματική άνθηση επί Θεοφίλου και Μιχαήλ Γ’ …   Dictionary of Greek

  • Ιωάννης — I (Juan).Όνομα δύο βασιλιάδων της Αραγονίας. 1. I. A’ (1350 – 1395). Βασιλιάς της Αραγονίας (1387 95). Ήταν γιος του Πέτρου Δ’, που άφησε τη διακυβέρνηση του κράτους του στη σύζυγό του, Γιολάνδη. Ο Ι. Α’ προστάτευσε τις τέχνες και τα γράμματα,… …   Dictionary of Greek